ἑστιῶτις

ἑστιῶτις, ιδος, ,
A of or from the house,

αὔρα S.Tr.954

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑστιῶτις — of fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εστιώτης — ἑστιώτης, ὁ (θηλ. ἑστιῶτις) (Α) [εστία] αυτός που ανήκει στον οίκο ή προέρχεται από τον οίκο («ἑστιῶτις αὔρα» η αύρα που έρχεται από τον οίκο, Σοφ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.